Την ίδια στιγμή, σημειώνει ο κ. Χατζηδημητρίου, ενισχυμένη εμφανίζεται και η τουρκική αγορά. Οι αφίξεις των Τούρκων επισκεπτών στα λιμάνια του νησιού αυξήθηκαν φέτος κατά 20%. Οι δύο αυτές αγορές, η βρετανική και η τουρκική, έχουν συμβάλει στη σημερινή εικόνα του τουρισμού στο νησί. Η τουριστική σεζόν στη Σάμο αναμένεται μάλιστα να φτάσει φέτος έως τα τέλη του Οκτωβρίου, καθώς οι προγραμματισμένες πτήσεις από τη Βρετανία ολοκληρώνονται στις 29 του ίδιου μήνα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο κατά 50-60% του τουρισμού στο νησί τον Οκτώβριο, όπως εκτιμά ο ίδιος.

Σε αντίθεση με την άνοδο των διεθνών αφίξεων πάντως, συγκρατημένη φαίνεται η εγχώρια κίνηση σημειώνει ο κ. Χατζηδημητρίου.

Εντυπωσιακή αύξηση

«Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα» σημειώνει από την πλευρά του στην «Εφ.Συν.» ο Ακης Τσαρούχης, πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Σκιάθου. Το αεροδρόμιο του νησιού κατέγραψε αύξηση 12,2% στις διεθνείς αφίξεις στο 7μηνο του 2026 και 12,6% μόνο τον Ιούλιο. «Η Σκιάθος είναι καθιερωμένος προορισμός και το να “γράφει” διψήφια νούμερα ανόδου κάθε χρόνο είναι εντυπωσιακό. Δείχνει την εμπιστοσύνη των ταξιδιωτών και την επιβράβευσή τους για τη στροφή των επαγγελματιών του νησιού προς τις πιο ποιοτικές υπηρεσίες» επισημαίνει ο ίδιος. Νούμερο ένα αγορά για το νησί αποτελεί η Βρετανία, ακολουθεί η Σκανδιναβία και μετά η Ιταλία. Οπως εξηγεί ο κ. Τσαρούχης, η σεζόν στη Σκιάθο διαρκεί πλέον από την 1η Μαΐου έως τις 30 Σεπτεμβρίου, με ορισμένες πτήσεις να συνεχίζονται και μέσα στον Οκτώβριο.

«Αυτά, όμως, είναι τα καλά νέα» σημειώνει ο κ. Τσαρούχης εκφράζοντας ταυτόχρονα τον προβληματισμό του για το μοντέλο του ελληνικού τουρισμού συνολικά. «Η πολιτική του τουρισμού στην Ελλάδα στοχεύει στη μάζα και όχι στην ποιότητα. Πίσω από τα ρεκόρ του τουρισμού βλέπουμε τουρίστες που έρχονται αλλά δεν ξοδεύουν. Η μέση δαπάνη των τουριστών στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με άλλες ανταγωνίστριες τουριστικά χώρες. Στην πράξη “πυροβολούμε” την ανταγωνιστικότητά μας» υποστηρίζει. Για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου ο κ. Τσαρούχης επισημαίνει την άμεση ανάγκη βελτίωσης των υποδομών, δίνοντας έμφαση στον τομέα των μεταφορών και την ανάγκη για σύνδεση μεταξύ των νησιών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Παράλληλα επισημαίνει το υψηλό κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. «Η Ελλάδα είναι μια ακριβή χώρα τόσο για τους ξένους όσο και για τους Ελληνες. Ωστόσο η φορολογία για τις επιχειρήσεις είναι υψηλή και το λειτουργικό κόστος έχει εκτοξευτεί» σημειώνει. Εκτιμά, τέλος, ότι η διαρκής άνοδος της τουριστικής κίνησης σε αρκετούς ελληνικούς προορισμούς έχει ταυτόχρονα και συγκυριακά χαρακτηριστικά. Οπως εξηγεί, αρκετές γειτονικές χώρες δεν είναι πλέον αρκετά ελκυστικές για τους τουρίστες λόγω και των γεωπολιτικών εξελίξεων. Αυτό σήμερα λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας, όμως δεν μπορούμε να το θεωρούμε ως δεδομένο, όπως τονίζει.